στην άκρη

25 10 2009

Οδηγώ στον επαρχιακό δρόμο, ανάμεσα στις λυγερές λεύκες με το φρέσκο φύλλωμα. Ο ουρανός ψηλά, μακριά, πέρα απ’ τα χρυσοπράσινα φύλλα αρχίζει να κλείνει αν και το απομεσήμερο είναι ακόμα φωτεινό. Τα σύννεφα, που έπαιζαν, πυκνώνουν σταδιακά, βαραίνουν, συνοφρυώνονται. Ο θόλος έχει κατέβει πια πάνω απ’ τις κορυφές των δέντρων. Το φως αποτραβιέται. Η ώρα μοιάζει εσπερινή. Νιώθω την ακινησία γύρω. Νιώθω ότι πληγώνω την ειρήνη της γης που θέλει ν’ αφοσιωθεί στην προσμονή. Σταματώ στην άκρη το αυτοκίνητο. Απόλυτη ησυχία. Ούτε ο άνεμος δεν κινείται. Όλη η φύση περιμένει. Ακούω το χώμα ν’ ανασαίνει τη δίψα του. Ανοίγουν ουρανοί.





Traveller’s Advisory, by Gary Hyland

20 10 2009

η επίγνωση του ταξιδευτή

Όπου κι αν πας οι άλλοι λείπουν
Νιώθεις το χώρο που αφήνουν
σε κάθε ξένο τοπίο.

Καθησυχάζεις μερικούς με κάρτες.
Οι άλλοι, διαρκώς στο νου σου,
μιλούν σε ανύποπτο χρόνο.

Φεύγεις με ορμή πέρα απ’ τα σύνορα
Δεν τα δείχνει ο παλιός χάρτης
που μελετάς σε κάθε στάση,

το χαρτί μετατρέπεται σε χώρο,
το φως ξεδιαλύνει τις πόλεις,
τους δρόμους, τους φίλους, τις αναμνήσεις.

Που σε φέρνει η ώρα τέτοιαν
ώρα; Τι απόσταση θα διανύσεις
πριν πάρει σχήμα το παρελθόν;

Ούτε κλίμακες, ούτε μύθοι για ερμηνεία
κενές εκφράσεις, άδειοι προορισμοί
στα πρόσωπα που ποθείς.

Ξέρεις πάντα ποιος δεν είναι εκεί
και στρέφεις με προσδοκία
εκεί όπου κάποιος θα έπρεπε να είναι.

Gary Hyland





σήμερα βροχή

17 10 2009

Βρέχει απ’ το πρωί, σιγανά. Κάποτε, μόλις δυνατότερα. Κάθομαι στο μπαλκόνι κι έχει λίγη ψύχρα. Κοιτάζω το σμάρι τις υγρές κλωστές που κατεβαίνουν και σμίγουν κι υφαίνουν το διάφανο, υδάτινο κάλυμμα του δρόμου. Στιγμιαία, βλέπω να ξετυλίγονται χρώματα απ’ το νήμα τ’ ουρανού. Θα μου δείξει η βροχή το αόρατο σώμα της, σήμερα. Αλλ’ αυτό ήταν όλο. Για μια στιγμή. Όχι πάλι. Έτσι, για μια τόση δα στιγμή και είναι αρκετό. Είναι αρκετό για να σου πει ότι, ναι, αυτό που γνωρίζεις υπάρχει κι όταν δεν το βλέπεις. Υπάρχει η αγάπη και βρέχει απ’ τους ουρανούς διάφανη, αόρατη στα ατελή μας μάτια και αιθέρια – και μας λούζει.
Το διπλανό διαμέρισμα συγυρίζεται. Μ’ ενοχλεί. Όχι ο θόρυβος, ο βίαιος θόρυβος, που παρεμβάλει τον κελαρυσμό. Μ’ ενοχλεί γιατί μου θυμίζει ότι έχω κι εγώ δουλειές και τις έχω παραμελήσει. Κοιτάζω μέσα το σπίτι. Τ’ απομεινάρια του πρωινού στο τραπέζι. Πόσο όμορφο είναι το τραπέζι στρωμένο για φαγητό. Και πόσο άσχημο γίνεται σε λίγο, αφού σηκωθούμε χορτασμένοι.
Δυο παιδικές ομπρέλες κυνηγιούνται στο δρόμο. Και μια ενήλικη τρέχει ξοπίσω τους. Στη διασταύρωση, στέκονται οι μικρές, η μεγάλη τις προφταίνει και τις παίρνει απ’ το χέρι.
Η βροχή κάνει διάλειμμα κι εγώ μπαίνω με φούρια κι ενοχές να βάλω τάξη σ’ αυτό το σπίτι που με ξέρει. Η βροχή ξαναπιάνει το κατρακυλητό της. Βιάζομαι να τελειώσω το ξέβγαλμα στο νεροχύτη και να βγω πάλι να καθίσω ήσυχα στο μπαλκόνι, να κρυώνω λίγο, ίσα που να θέλω κάτι στους ώμους, το χέρι σου στους ώμους μου – και να βλέπω και ν’ ακούω να βρέχει.
Τυλίγω τα χέρια μου αγκαλιά μπροστά στο στήθος, τρεμουλιάζω λίγο, κλείνω τα μάτια και ρουφάω τον κελαηδισμό της βροχής. Τώρα πιο δυνατός. Πίσω απ’ το ρυθμικό χτύπημα του νερού, κάτω στο δρόμο, πάνω στις στέγες, στις τέντες, στ’ αυτοκίνητα, μες στις αυλές, κυλάνε λέξεις. Είναι άγνωστοι οι ήχοι τους, αλλά είναι οι γνώριμες, καθημερινές μας λέξεις. Και φράσεις. Ολόκληρες φράσεις. Η βροχή λέει μια ιστορία. Πολλές ιστορίες. Διαδρομές. Ναι, ιστορεί διαδρομές. Αφηγείται τα ταξίδια του νερού. Το νερό, που τώρα βρέχει, λέει η βροχή, έχει ταξιδέψει μέσ’ απ’ όλα τα στοιχεία της φύσης, γιατί όλα διψούν. Και μόλις φτάσει στο τέρμα δε θα σταθεί ούτε γι’ ανάσα, πάλι θα πάρει το δρόμο απ’ την αρχή, γιατί ίσα που θα τα προλάβει να μη μαραθούν.
Έτσι τα λέει η βροχή, όχι ακριβώς, λίγο σαν τραγουδιστά, δεν ξέρω. Δεν ξέρω πώς ξαφνικά ακούω τη φωνή σου, πότε χτύπησε το τηλέφωνο και σηκώθηκα και πήγα και το σήκωσα κι απάντησα.
‘θ’ αργήσεις κι αν θέλω, που τόσο μου αρέσει να οδηγώ στη βροχή, να ‘ρθω να σε πάρω και να πάμε έξω για φαγητό, ναι, εκεί πλάι στη θάλασσα, θα τηλεφωνήσεις για ένα τραπέζι στη σκεπαστή αυλή και το σπίτι θα το συγυρίσουμε αύριο μαζί’
Αφήνω το αυτοκίνητο να κυλήσει αργά έξω κι ακούω την ιστορία της βροχής στην οροφή του. Βγαίνω αργά στο δρόμο. Βγαίνω αργά, στους δρόμους. Μούσκεμα όλα. Έχουν πλυθεί καλά και τώρα λάμπουν. Έρχομαι κοντά σου σήμερα βροχή: νερό και αγάπη.





πατρίδα

6 10 2009

Οι σκιές κοιτάζουν την ανατολή
ενώ ο άνεμος έχει κοπάσει
την ώρα που βρέχεις την αυλή και
λάμπει το πλακόστρωτο
Το χώμα κρυμμένο κάτω απ’ τα φυτά
– γεμάτος ο κήπος σου –
ευωδιάζει,
ανακουφίζει τη δίψα του
Τα πράσινα φύλλα ελαφρύνονται
σαν φεύγει από πάνω τους
η σκόνη του μεσημεριού
Ακούω την ανάσα τους
να χορταίνει εσπερινό φως
Τα άνθη δυναμώνουν το χρώμα τους
κι αιχμαλωτίζουν τη ματιά μας
Στρώνεις το τραπέζι έξω
Τα χελιδόνια γυρίζουν στη φωλιά
κάτω απ’ τη στέγη της βεράντας





autumn lights up

2 10 2009

Night grows longer
Colder grows the dark
In front of you –
beaming through you –
your inner light steps ahead;
the light you are
You now walk beyond
being not afraid of
any whispering shadows
Lighting your own will
you deliver out of black
colored, perfumed gardens
golden flowers, silver birds
hidden into misty air
eagerly awaiting:
You would whistle;
you would call, you ‘d wake
their beauty to flourish








%d bloggers like this: