φτώχεια και πλούτος

11 02 2012

Αντιφωνητής: Δε γράφεις πια. Απορώ με σένα. Δεν έχεις λόγια να πεις; Δεν έχεις λόγο να λέγεται; Τίποτα για τον τόπο μας που γλιστρά στη φτώχεια;

Αίγλη: Κατά καιρούς κάνω μια παύση. Συχνά, όταν η ζωή με παρασύρει με τις απαιτήσεις της. Άλλωστε, αν και λατρεύω το πάθος, αγαπώ μάλλον τη σοφία. Έτσι, προτιμώ να γράφω όταν οι αισθήσεις μ’ εφοδιάζουν με το καταστάλαγμα.
Είναι και το άλλο: ο λόγος μου είναι άλλος – και, αφού δεν μπορώ εύκολα να τον μοιραστώ και τον επεξεργάζομαι βασικά μόνη, θέλει το δικό μου χρόνο για να σχηματιστεί.
Στ’ αλήθεια, δε βλέπω κάτι να γλιστράει. Ζήσαμε μέσα σε προστατευμένη ευημερία αρκετά χρόνια, στους χαμηλούς τόπους. Είναι ο καιρός ν’ ανηφορίσουμε, τώρα.
Καθώς σκαρφαλώνουμε ο καιρός αλλάζει. Ο χειμώνας που ανταμώνει μαζί μας, ωστόσο, δεν είναι εχθρός. Μας δίνει το χρόνο και τα εφόδια να προετοιμαστούμε κατάλληλα για την αναρρίχηση στους υψηλότερους τόπους, όπου ένας βαρύς χειμώνας έχει οριστικά εγκατασταθεί.
Είναι δική μας υπόθεση η σωστή εξάσκηση και η κατάλληλη εξάρτυση. Είναι στο χέρι μας να βρούμε τον τρόπο να βγούμε στο δρόμο. Και δεν είναι λόγος να κρυβόμαστε στις σπηλιές και τ’ απάγκια, στήνοντας σκηνικά μάχης και, επιδιδόμενοι σε θέατρα αθλοπαιδιών, ν’ αφήνουμε τον καιρό να περνά μακριά μας.
Μας αξίζει το ωραίο και το υψηλό. Μπορούμε ν’ ανεβούμε. Να εκτεθούμε στους ανέμους, τις βροχές και τα χιόνια. Να συναντήσουμε τους χειμώνες μας και να τους χαρίσουμε την άνοιξή τους.
Δεν έχουμε παρά να ρίξουμε εμπρός στο βήμα μας το εντός μας φως – με όλον του τον πλούτο





το μυστικό του άγιου βασίλη

31 12 2009

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,
Το είχα αποφασίσει, δε θα σου έγραφα φέτος. Φρόντισα άλλωστε και για όλα τα δώρα των αγαπημένων. Φορτώθηκα τις επιθυμίες τους και τις ευχές. Τις έντυσα σχήματα, χρώματα, αρώματα, φιόγκους κι ασημένια αστεράκια. Σκόρπισα πάνω τους χρυσόσκονη. Και πήρα κουρασμένη το δρόμο για το σπίτι.
Ήταν εκείνη η μαγική δειλινή ώρα καθώς διέσχιζα απόψε την πλατεία. Αριστερά μου, ο ήλιος έφευγε απ’ το θόλο. Δεξιά μου, η σελήνη ερχόταν απ’ τον ίδιο δρόμο. Ο αίθριος ουρανός ολόφωτος, απ’ αυτό το εσπερινό φως που ρίχνει σκιές αλλού κι αλλού διαύγεια.
Και τότε σε είδα. Μια ερυθρόλευκη φουσκωτή φιγούρα, με φορτίο βαρύ, βιαστική πάνω σ’ ένα άρμα. Ένιωσα ξαφνικά τόσο ελαφριά. Για λίγο, πολύ λίγο, αιωρήθηκα, το ξέρω. Αλλά τρόμαξα. Έτσι η βαρύτητα με ακούμπησε πάλι στο πλακόστρωτο. Την άλλη φορά μπορεί και να τα καταφέρω. Ναι, αν δε με προλάβει ο φόβος, σίγουρα.
Γιατί τώρα κατάλαβα. Με άφησες να κατανοήσω το μυστικό σου. Τα δώρα που κουβαλάς στους ώμους σου δεν είναι για σένα. Είναι δώρα που σκοπεύεις να προσφέρεις, να μοιράσεις. Τα δώρα που πρόκειται να μοιραστείς δεν είναι το φορτίο σου, είναι τα φτερά σου.





η ευχή των χριστουγέννων

25 12 2009

Αίγλη: Εύχομαι το θείο στοιχείο μέσα μας το κρυμμένο κάτω απ’ τα πέπλα του μόχθου και του φόβου ν’ αφυπνιστεί, να ενεργοποιηθεί και να κάνει παράδεισο τον κόσμο.
Αντιφωνητής: Ο κόσμος παράδεισος δεν πρόκειται να γίνει αλλά μια ευχή δεν κοστίζει και τίποτα.
Αίγλη: Μεγάλη σκλαβιά η άρνηση. Κι αυτή η ευχή κοστίζει. Κοστίζει σ’ ενέργεια και πάθος. Και θρέφει την αναπνοή των ονείρων. Τη ζωή της φαντασίας.
Θέλει ισχυρή προσπάθεια κι επίπονη επιμονή για να διατηρεί ζωντανή στο καλό τη φαντασία ο άνθρωπος και μια μέρα ν’ αλλάξει τον κόσμο σε παράδεισο όπως έχει κάποια λησμονημένη αρχαία στιγμή υποσχεθεί.








%d bloggers like this: