σήμερα βροχή

17 10 2009

Βρέχει απ’ το πρωί, σιγανά. Κάποτε, μόλις δυνατότερα. Κάθομαι στο μπαλκόνι κι έχει λίγη ψύχρα. Κοιτάζω το σμάρι τις υγρές κλωστές που κατεβαίνουν και σμίγουν κι υφαίνουν το διάφανο, υδάτινο κάλυμμα του δρόμου. Στιγμιαία, βλέπω να ξετυλίγονται χρώματα απ’ το νήμα τ’ ουρανού. Θα μου δείξει η βροχή το αόρατο σώμα της, σήμερα. Αλλ’ αυτό ήταν όλο. Για μια στιγμή. Όχι πάλι. Έτσι, για μια τόση δα στιγμή και είναι αρκετό. Είναι αρκετό για να σου πει ότι, ναι, αυτό που γνωρίζεις υπάρχει κι όταν δεν το βλέπεις. Υπάρχει η αγάπη και βρέχει απ’ τους ουρανούς διάφανη, αόρατη στα ατελή μας μάτια και αιθέρια – και μας λούζει.
Το διπλανό διαμέρισμα συγυρίζεται. Μ’ ενοχλεί. Όχι ο θόρυβος, ο βίαιος θόρυβος, που παρεμβάλει τον κελαρυσμό. Μ’ ενοχλεί γιατί μου θυμίζει ότι έχω κι εγώ δουλειές και τις έχω παραμελήσει. Κοιτάζω μέσα το σπίτι. Τ’ απομεινάρια του πρωινού στο τραπέζι. Πόσο όμορφο είναι το τραπέζι στρωμένο για φαγητό. Και πόσο άσχημο γίνεται σε λίγο, αφού σηκωθούμε χορτασμένοι.
Δυο παιδικές ομπρέλες κυνηγιούνται στο δρόμο. Και μια ενήλικη τρέχει ξοπίσω τους. Στη διασταύρωση, στέκονται οι μικρές, η μεγάλη τις προφταίνει και τις παίρνει απ’ το χέρι.
Η βροχή κάνει διάλειμμα κι εγώ μπαίνω με φούρια κι ενοχές να βάλω τάξη σ’ αυτό το σπίτι που με ξέρει. Η βροχή ξαναπιάνει το κατρακυλητό της. Βιάζομαι να τελειώσω το ξέβγαλμα στο νεροχύτη και να βγω πάλι να καθίσω ήσυχα στο μπαλκόνι, να κρυώνω λίγο, ίσα που να θέλω κάτι στους ώμους, το χέρι σου στους ώμους μου – και να βλέπω και ν’ ακούω να βρέχει.
Τυλίγω τα χέρια μου αγκαλιά μπροστά στο στήθος, τρεμουλιάζω λίγο, κλείνω τα μάτια και ρουφάω τον κελαηδισμό της βροχής. Τώρα πιο δυνατός. Πίσω απ’ το ρυθμικό χτύπημα του νερού, κάτω στο δρόμο, πάνω στις στέγες, στις τέντες, στ’ αυτοκίνητα, μες στις αυλές, κυλάνε λέξεις. Είναι άγνωστοι οι ήχοι τους, αλλά είναι οι γνώριμες, καθημερινές μας λέξεις. Και φράσεις. Ολόκληρες φράσεις. Η βροχή λέει μια ιστορία. Πολλές ιστορίες. Διαδρομές. Ναι, ιστορεί διαδρομές. Αφηγείται τα ταξίδια του νερού. Το νερό, που τώρα βρέχει, λέει η βροχή, έχει ταξιδέψει μέσ’ απ’ όλα τα στοιχεία της φύσης, γιατί όλα διψούν. Και μόλις φτάσει στο τέρμα δε θα σταθεί ούτε γι’ ανάσα, πάλι θα πάρει το δρόμο απ’ την αρχή, γιατί ίσα που θα τα προλάβει να μη μαραθούν.
Έτσι τα λέει η βροχή, όχι ακριβώς, λίγο σαν τραγουδιστά, δεν ξέρω. Δεν ξέρω πώς ξαφνικά ακούω τη φωνή σου, πότε χτύπησε το τηλέφωνο και σηκώθηκα και πήγα και το σήκωσα κι απάντησα.
‘θ’ αργήσεις κι αν θέλω, που τόσο μου αρέσει να οδηγώ στη βροχή, να ‘ρθω να σε πάρω και να πάμε έξω για φαγητό, ναι, εκεί πλάι στη θάλασσα, θα τηλεφωνήσεις για ένα τραπέζι στη σκεπαστή αυλή και το σπίτι θα το συγυρίσουμε αύριο μαζί’
Αφήνω το αυτοκίνητο να κυλήσει αργά έξω κι ακούω την ιστορία της βροχής στην οροφή του. Βγαίνω αργά στο δρόμο. Βγαίνω αργά, στους δρόμους. Μούσκεμα όλα. Έχουν πλυθεί καλά και τώρα λάμπουν. Έρχομαι κοντά σου σήμερα βροχή: νερό και αγάπη.








%d bloggers like this: