fresh form

9 07 2013
fresh flowered

“fresh flowered” phot@rt by Aeglie

It’s nobody’s fault
And nothing hurts
I just feel sad
So I sing a song
To form a fresh
Into my mind world

Stars, heavens beyond
Brighten night skies
Beauty into eyes drops
Into hearts delight
Miracles people work
Peace world wide

be light

3 07 2013
light on the rocks

“light on the rocks” phot@rt by Aeglie


Look at the bright night sky

Look at all those stars

are looking at you tonight

They are also there during day time

You could not see them

with your imperfect eyes

They are beyond sunlight

But they can always look for you

being light


8 11 2012

“sea before us” phot@rt by Aeglie

Το μεσημέρι κρατά το καλοκαίρι αγκαλιά
Βαδίζω πλάι της ώρα πολλή και, τότε
Βουτώ το κορμί ζεστό στα δροσερά νερά της
Απλώνει πάντα ολόγυρα το μπλε για μένα
Ανακουφίζει τη φωτιά που καίω μέσα μου
Ακυρώνει τη βαρύτητα στην οποία έχω αγκιστρωθεί
για να χαράσσω τα ίχνη του βηματισμού
στο έδαφος που ντύθηκε προς πλάνη ο πλανήτης
και κρύβει τη φωτιά που καίει μέσα του
Αντιστέκομαι με βία κάθε τόσο στην άνωση
και στην ελαφρύτητα της εγκατάλειψης
Βυθίζομαι ν’ απαγκιάσω απ’ τον κυματισμό
Ανοίγω τα μάτια θολά στο βυθό, το νου διαυγή
στην ειρήνη που εντός μου προστατεύω
Ανεβαίνω με τις χούφτες σφιχτές άμμο βρεγμένη
Αφήνω τον αφρό να την πάρει ξανά
μες απ’ τα δάχτυλά μου
Ο ίδιος άργιλος σχηματίζει τα χέρια μου

may apricots

7 10 2012

Swallows fly close to the earth tonight
North May wind is getting up,
whistles and blows wild
Snow smells from distant mounts
We put again on something warm
We make sure our windows closed
Left apricots into the bowl upon the table
A hunger for fear nothing satisfies

greek version

φτώχεια και πλούτος

11 02 2012

“nude before sky” phot@rt by Aeglie

Αντιφωνητής: Δε γράφεις πια. Απορώ με σένα. Δεν έχεις λόγια να πεις; Δεν έχεις λόγο να λέγεται; Τίποτα για τον τόπο μας που γλιστρά στη φτώχεια;

Αίγλη: Κατά καιρούς κάνω μια παύση. Συχνά, όταν η ζωή με παρασύρει με τις απαιτήσεις της. Άλλωστε, αν και λατρεύω το πάθος, αγαπώ μάλλον τη σοφία. Έτσι, προτιμώ να γράφω όταν οι αισθήσεις μ’ εφοδιάζουν με το καταστάλαγμα.
Είναι και το άλλο: ο λόγος μου είναι άλλος – και, αφού δεν μπορώ εύκολα να τον μοιραστώ και τον επεξεργάζομαι βασικά μόνη, θέλει το δικό μου χρόνο για να σχηματιστεί.
Στ’ αλήθεια, δε βλέπω κάτι να γλιστράει. Ζήσαμε μέσα σε προστατευμένη ευημερία αρκετά χρόνια, στους χαμηλούς τόπους. Είναι καιρός ν’ ανηφορίσουμε, τώρα.
Καθώς σκαρφαλώνουμε ο καιρός αλλάζει. Ο χειμώνας που ανταμώνει μαζί μας, ωστόσο, δεν είναι εχθρός. Μας δίνει το χρόνο και τα εφόδια να προετοιμαστούμε κατάλληλα για την αναρρίχηση στους υψηλότερους τόπους, όπου ένας βαρύς χειμώνας έχει εγκατασταθεί και περιμένει να φτάσουμε και οριστικά να εγκαθιδρύσουμε την άνοιξη και το καλοκαίρι, την ευανθία και την ευκαρπία που πηγάζουν μες από τα σπλάχνα μας και από την εμπνευσμένη βούλησή μας.
Είναι δική μας υπόθεση η σωστή εξάσκηση και η κατάλληλη εξάρτυση. Είναι στο χέρι μας να βρούμε τον τρόπο να βγούμε στο δρόμο. Και δεν είναι λόγος να κρυβόμαστε στις σπηλιές και τ’ απάγκια, στήνοντας σκηνικά μάχης και, επιδιδόμενοι σε θέατρα αθλοπαιδιών, ν’ αφήνουμε τον καιρό να περνά μακριά μας.
Μας αξίζει το ωραίο και το υψηλό. Μπορούμε ν’ ανεβούμε. Να εκτεθούμε στους ανέμους, τις βροχές και τα χιόνια. Να συναντήσουμε τους χειμώνες μας και να τους χαρίσουμε την άνοιξή τους.
Δεν έχουμε παρά να ρίξουμε εμπρός στο βήμα μας το εντός μας φως – με όλον του τον πλούτο.

define freedom

30 06 2011
"singing, we create the world" dr@wing by Aeglie

“singing, we create the world” dr@wing by Aeglie

freedom is a small though compound word

it tries to give a clue to individuals about being free to deem beyond any bounds and boundaries of the process of thinking

it keeps whispering to human beings about being free to consider beyond any bonds and bondages of the frame of thought

it hopes it will teach people to set free their free will and release their great might hidden and forgotten deep inside

freedom is a very precious present for the present day’s free world; and that’s why it’s kept safe behind borders of any kind

the woman who talked to fear

7 02 2011

«A vagrant, that’s what it is; a beggar,» the woman who talked to fear said calmly.

I have met her that very morning at the school gate. “Keep your mind free from fear,” she said to her kids and she smiled at my surprised look. She introduced herself to me and she invited me to her place on the afternoon.

«It comes on the threshold of the mind and it begs for its coin: our subjugation.
«It comes covered into advising recipes. “Watch it!” is the phrase consisting in its fundamental, misleading ingredient.
«It comes, a small and faint thing, just a little shadow; it’s fed on agony, worry, exertion, pain, travail. It weights, day by day, it thickens, expands and spreads; it conquers.»

She poured out fresh lemonade to glasses.

«I have had it in for a long time. It had settled into my rooms. My loved place had been withered under its darkness.
«And then, there came a morning, when I resolved on quitting trouble. It went hungry that day long. Next morning, my mind was clear. I had still had it in, though. Before it goes back to nothingness from where it came, it tried to move me to pity. But, as I had resolutely quit misery, it couldn’t persuade me to feel sorry for it. Instead, it moved me to curiosity. Or, maybe, what I only wished was to listen to a good story – just for fun.»

She brought a bowl from the kitchen and she filled it with apricots from a tree of her garden laden with golden, thick, and juicy fruit.

«It does not exist. This is the truth of it: it doesn’t exist. It admitted this to me. It’s a delusion. A delusion made by an ancient error, grown into some ancient dark gap, back in the very beginning of the world; and it sips life. This life it sips is of no use of it; it doesn’t belong to it. It couldn’t have its own life, either; since it isn’t created. In order to keep itself busy and feel somehow useful, these are its words, it disuses creatures’ life. Humanity lives a life of imperfection and malady because people feed the delusion of fear.»

She reached up to the blossomed apple tree, it have had us under its cool shade, and said, “you, my dear, do know what I’d love to have right now.” After a few fractions of a second a red, plump apple was in her handful.

«It only takes to let it go hungry,» she winded up; and she bit the crisp fruit.

greek version

%d bloggers like this: