who is Ayn Rand

18 11 2012

Χτες, η συζήτηση μ’ ένα φίλο μου θύμισε την Ayn Rand. Έχω διαβάσει πριν από μερικά χρόνια τα μυθιστορήματά της στο πρωτότυπο. Έχω κρατήσει στη μνήμη μου τον συναρπαστικό κόσμο των ηρώων της, που μάχονται για την προσωπική τους ευτυχία, δίνουν τον καλλίτερό τους εαυτό σε αυτό με το οποίο καταπιάνονται, απολαμβάνουν την ερωτική τους ζωή, ο έρωτας τους δίνει την ώθηση ν’ αναγνωρίσουν την ατομική τους οντότητα. Σε πείσμα των καιρών και των έξωθεν επιρροών, βάζουν τα δυνατά τους να χρησιμοποιήσουν το μέγιστο των ικανοτήτων τους και βρίσκουν ικανοποίηση μόνο στο τελειότερο δυνατό αποτέλεσμα του έργου τους.
Θυμάμαι, επίσης, στις τελευταίες σελίδες κάθε βιβλίου περιληπτικές σημειώσεις για μια φαινομενικά φρέσκια φιλοσοφία που φέρεται να θεμελίωσε η συγγραφέας, την οποία έχει ονομάσει objectivism. Σήμερα, ψάχνοντας στο διαδίκτυο για έναν σύνδεσμο να στείλω στο φίλο μου για να του συστήσω την Ayn Rand και τον Atlas Shrugged, βρέθηκα μπρος σε μια νέα νεοελληνική λέξη. Έναν καινούργιο -ισμό. Κατανοούμε πιο εύκολα τους κινδύνους στη μητρική μας γλώσσα;
Η μηχανή αναζήτησης, με κριτήριο το όνομα της συγγραφέως με ελληνικούς χαρακτήρες, μου δίνει τριάντα σελίδες αποτελέσματα. Τι συνέβη; Είναι απλό: τα βιβλία της Ayn Rand μεταφράζονται στα ελληνικά. Ενθουσιάζομαι. Αρχίζω να διαβάζω: σχόλια, συνεντεύξεις, παρουσιάσεις, αποσπάσματα – τα πάντα, όλα. Ο ενθουσιασμός κομπιάζει, βαριανασαίνει, εκπνέει.
Πρώτα,οι τίτλοι: Οι τίτλοι θα έπρεπε να μεταφράζονται με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Κι ας μην είναι ισχυροί στη γλώσσα του μεταφράσματος. Κι ας μην είναι άμεσα κατανοητοί, ίσως. Θα δοθεί από το κείμενο η ευκαιρία στον αναγνώστη να επιστρέψει στον τίτλο. Θέλω να δω αυτή την πράξη τόλμης στη χρήση της γλώσσας. Άλλωστε, ο Άτλας, όχι, καθόλου δεν επαναστάτησε. Απλώς, ανασήκωσε τους ώμους του, γύρισε την πλάτη του σε αυτό που συνέβαινε και το οποίο απαιτούσε απ’ αυτόν ν’ απαρνηθεί τη βούλησή του, να παραιτηθεί από τις επιδιώξεις του, να μειώσει τις επιδόσεις του, να μικρύνει στο ελάχιστο την προσπάθεια και στο χειρότερο το αποτέλεσμα του έργου του – και πήρε το δρόμο του για τον τόπο στον οποίο μπόρεσε τελικά να πραγματοποιήσει το όνειρό του: να υλοποιήσει έναν καλύτερο και καλλίτερο κόσμο και να ζήσει εκεί, κρυμμένος από τους κοινούς θνητούς, ανάμεσα σε φίλους και αγαπημένους Άτλαντες.
Ύστερα, οι παρουσιάσεις: Κανένας υπεράνθρωπος και κανένας άθλιος δε χωρά στα μυθιστορήματα της Ayn Rand και μακριά από αυτήν η αιώνια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό. Η συγγραφέας μένει πιστή στο πλαίσιο της πραγματικής ζωής, που ζουν οι άνθρωποι πάνω στη γη δεσμευμένοι στο νόμο της βαρύτητας. Ξεχωρίζει, ωστόσο, τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες. Από τη μια αυτούς που ζουν περιορισμένοι από τις συνθήκες και τις πεποιθήσεις σ’ έναν φαύλο κύκλο αλληλεξαρτήσεων που δεν τους αφήνει ν’ ανασάνουν. Και από την άλλη εκείνους που τα καταφέρνουν – με σθεναρή, επίμονη κι επίπονη προσπάθεια – να διατηρήσουν διαυγή τη βούλησή τους και να υλοποιήσουν το όνειρό τους στη διάρκεια της ζωής τους.
Έπειτα, οι ερωτήσεις: Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσες τις ερωτήσεις, ιδιαίτερα αν γεννούν και άλλες – κι ας μένουν κάποιες δίχως απάντηση. Αλλά μια ερώτηση που επαναλαμβάνεται για να μείνει, τέλος, αναπάντητη ως μετά την τελεία και την παύλα του κειμένου με οδηγεί αναπόφευκτα σε μεγάλη περιέργεια. Και δεν ξέρω πώς μπορώ ν’ ανακαλύψω μόνη μου την απάντηση στις ερωτήσεις που θέτει η εκδότρια στον εαυτό της παρά ξεκινώντας από το να θέσω κι εγώ με τη σειρά μου ερωτήσεις: Γιατί η Ayn Rand; Γιατί τώρα η Ayn Rand; Γιατί πάντα η Ayn Rand; (1) Γιατί το έργο της θεωρείται άξιο; (2) Γιατί είναι δημοφιλής και θα έχει εμπορική επιτυχία; (3) Γιατί είναι ώρα να διαδοθεί η φιλοσοφία της στην Ελλάδα;
Αυτό πάλι: Ένα νέο φιλοσοφικό σύστημα; Ή, μήπως, αρχαίο; Ή, μήπως, όχι φιλοσοφικό; Καθώς φαίνεται γίνεται πολύ συστηματική δουλειά για τη διάδοσή του. Ή, την εκ νέου διάδοσή του. Ή, την ανανεωμένη έκδοσή του. Είναι ένα πράγμα να σε εμπνέει ένας άνθρωπος, ένας φανταστικός άνθρωπος, ο ήρωας ενός μυθιστορήματος και να καταλήγεις, ελεύθερα, ν’ αλλάξεις τον τρόπο της σκέψης σου. Είναι ένα άλλο πράγμα να σε διδάσκουν με όλους τους τρόπους και όλα τα μέσα σε όλα τα πεδία και τα επίπεδα με ποιους τρόπους να σκέφτεσαι ελεύθερα. Και αυτά τα δυο πράγματα είναι απολύτως αντίθετα. Και χρειάζεται αδιάλειπτη εγρήγορση για να ξεχωρίζουμε τις δικές μας σκέψεις από εκείνες που άλλοι σπέρνουν μέσα στο νου μας.
Ο ενθουσιασμός μπορεί ν’ αναστηθεί; Το βιβλίο μου βρίσκεται 150 χιλιόμετρα μακριά απόψε κι έτσι, μην έχοντας τη δυνατότητα να μπω στον πειρασμό του μεταφραστή, απολαμβάνω ένα προς ένα τα πολύ καλά μεταφρασμένα προδημοσιευμένα κείμενα.





the woman who talked to fear

7 02 2011

«A vagrant, that’s what it is; a beggar,» the woman who talked to fear said calmly.

I have met her that very morning at the school gate. “Keep your mind free from fear,” she said to her kids and she smiled at my surprised look. She introduced herself to me and she invited me to her place on the afternoon.

«It comes on the threshold of the mind and it begs for its coin: our subjugation.
«It comes covered into advising recipes. “Watch it!” is the phrase consisting in its fundamental, misleading ingredient.
«It comes, a small and faint thing, just a little shadow; it’s fed on agony, worry, exertion, pain, travail. It weights, day by day, it thickens, expands and spreads; it conquers.»

She poured out fresh lemonade to glasses.

«I have had it in for a long time. It had settled into my rooms. My loved place had been withered under its darkness.
«And then, there came a morning, when I resolved on quitting trouble. It went hungry that day long. Next morning, my mind was clear. I had still had it in, though. Before it goes back to nothingness from where it came, it tried to move me to pity. But, as I had resolutely quit misery, it couldn’t persuade me to feel sorry for it. Instead, it moved me to curiosity. Or, maybe, what I only wished was to listen to a good story – just for fun.»

She brought a bowl from the kitchen and she filled it with apricots from a tree of her garden laden with golden, thick, and juicy fruit.

«It does not exist. This is the truth of it: it doesn’t exist. It admitted this to me. It’s a delusion. A delusion made by an ancient error, grown into some ancient dark gap, back in the very beginning of the world; and it sips life. This life it sips is of no use of it; it doesn’t belong to it. It couldn’t have its own life, either; since it isn’t created. In order to keep itself busy and feel somehow useful, these are its words, it disuses creatures’ life. Humanity lives a life of imperfection and malady because people feed the delusion of fear.»

She reached up to the blossomed apple tree, it have had us under its cool shade, and said, “you, my dear, do know what I’d love to have right now.” After a few fractions of a second a red, plump apple was in her handful.

«It only takes to let it go hungry,» she winded up; and she bit the crisp fruit.

greek version





The Fountainhead, by Ayn Rand

31 05 2010


Τα φύλλα σέρνονταν, τρέμοντας κάτω απ’ τον ήλιο. Δεν ήταν πράσινα, μόνο λίγα, σκόρπια μες στο χείμαρρο, διακριτές σταγόνες ενός πράσινου τόσο φωτεινού και καθάριου που πλήγωνε τα μάτια. Τα υπόλοιπα δεν ήταν χρώμα, ήταν φως, η ύλη της φωτιάς πάνω στο μέταλλο, ζωντανές σπίθες δίχως άκρη. Έμοιαζε λες και το δάσος ήταν μια έκταση από φως που σιγόβραζε για να φτιάξει αυτό το χρώμα, αυτό το πράσινο που αναδυόταν σε μικρές φυσαλίδες, το συμπυκνωμένο απόσταγμα της άνοιξης. Τα δέντρα αντάμωναν γέρνοντας πάνω από το δρόμο και τα φωτεινά σημάδια του ήλιου πάνω στο έδαφος κινούνταν με την κίνηση των κλαδιών, σαν ενσυνείδητο χάδι. Ο νεαρός άντρας ευχόταν να μην πέθαινε.
Όχι αν η γη μπορεί να είναι έτσι, σκέφτηκε. Όχι αν μπορεί ν’ ακούει την ελπίδα και την υπόσχεση σαν φωνή, με φύλλα και κορμούς δέντρων και βράχους αντί για λέξεις. Αλλά ήξερε ότι η γη ήταν έτσι μόνο επειδή δεν είχε δει ίχνος ανθρώπου για ώρες. Ήταν μόνος. Κατηφόριζε με το ποδήλατό του ένα ξεχασμένο μονοπάτι ανάμεσα στους λόφους της Πενσυλβάνια όπου δεν είχε βρεθεί ποτέ πριν και όπου μπορούσε να νιώσει το ζωντανό θαύμα ενός ανέγγιχτου κόσμου.
Ήταν πολύ νέος. Είχε μόλις αποφοιτήσει από το κολέγιο – εκείνη την άνοιξη του έτους 1935 – και ήθελε ν’ αποφασίσει αν η ζωή άξιζε. Δεν ήξερε ότι αυτό αναρωτιόταν. Ούτε σκεφτόταν το θάνατο. Σκεφτόταν μόνο ότι λαχταρούσε να βρει χαρά και λόγο και νόημα για να ζήσει – και τίποτα απ’ αυτά δεν είχε βρει πουθενά.
Δεν του άρεσαν τα πράγματα που είχε μάθει στο κολέγιο. Όλ’ αυτά που είχε διδαχθεί για την κοινωνική ευθύνη, για μια ζωή υπηρεσίας και αυτοθυσίας. Όλοι έλεγαν ότι ήταν όμορφο κι εμπνευστικό. Μα δεν ένιωθε εμπνευσμένος. Δεν ένιωθε τίποτα απολύτως.
Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που γύρευε στη ζωή. Το ένιωσε εδώ, σε τούτη την άγρια μοναχικότητα. Μα δεν αντιμετώπιζε τη φύση με τη χαρά του υγιούς ζώου: ως κατάλληλο και τελικό περιβάλλον. Την αντιμετώπιζε με τη χαρά του υγιούς ανθρώπου: ως πρόκληση – ως εργαλείο, μέσο και υλικό. Ώστε ένιωθε θυμό που θα ‘πρεπε να βρίσκει αγαλλίαση μόνο στην ερημιά, που αυτή η εξαίσια αίσθηση της ελπίδας θα χανόταν σαν επέστρεφε στους ανθρώπους και στα έργα τους. Συλλογιζόταν ότι αυτό δεν ήταν το σωστό, ότι το έργο του ανθρώπου θα ‘πρεπε να ‘ναι ένα βήμα ψηλότερα: βελτίωση της φύσης, όχι υποβιβασμός. Δεν του άρεσε να περιφρονεί τους ανθρώπους. Ήθελε να τους αγαπά και να τους θαυμάζει. Αλλά έτρεμε στη θέα του πρώτου σπιτιού, σφαιριστηρίου και κινηματογραφικού πόστερ που θα συναντούσε στο δρόμο του.
Εκείνο που πάντα ήθελε ήταν να γράφει μουσική. Και δεν μπορούσε ν’ αναγνωρίσει διαφορετικά αυτό που αναζητούσε. Για να καταλάβεις πώς είναι, έλεγε στον εαυτό του, αρκεί ν’ ακούσεις τις πρώτες φράσεις από το Πρώτο Κονσέρτο του Τσαϊκόφσκι ή την τελευταία κίνηση από το Δεύτερο του Ραχμάνινοφ. Οι άνθρωποι δεν έχουν βρει τις λέξεις να το περιγράψουν ούτε την πράξη ούτε τη σκέψη, αλλά έχουν βρει τη μουσική. Ας το έβλεπα σε μια απλή ενέργεια του ανθρώπου. Ας το έβλεπα να γίνεται πραγματικότητα. Ας έβλεπα την απάντηση στην υπόσχεση αυτής της μουσικής. Ούτε υπηρέτες ούτε υπηρετούμενοι, ούτε βωμοί και θυσίες – αλλά η τελείωση, η εκπλήρωση, η έξοδος από τον πόνο. Μη με βοηθάτε και μη με υπηρετείτε – αλλά αφήστε με να το δω μια φορά γιατί το έχω ανάγκη. Μην εργάζεστε για την ευτυχία μου, αδελφοί μου, δείξτε μου τη δική σας, δείξτε μου ότι είναι δυνατόν, δείξτε μου ότι τα καταφέρατε – και η γνώση αυτή θα μου δώσει το κουράγιο να τα καταφέρω κι εγώ.
Είδε ένα γαλανό άνοιγμα εμπρός, εκεί που ο δρόμος τελείωνε στο ψηλότερο σημείο της κορυφογραμμής. Έντονο και καθαρό γαλάζιο σαν μια ταινία νερού απλωμένη ανάμεσα σε πράσινα κλαδιά. Παράξενο, σκέφτηκε, να ‘ρθω ως την άκρη για να μη βρω τίποτα παρά το γαλανό πέραν, τίποτα παρά τον ουρανό εμπρός, επάνω και κάτω. Έκλεισε τα μάτια του και συνέχισε, αναβάλλοντας τη σκέψη του εφικτού για την ώρα, παραχωρώντας τον εαυτό του στο όνειρο, να πιστέψει για λίγες στιγμές ότι θα φτάσει στην κορυφή, θ’ ανοίξει τα μάτια του και θα δει το γαλανό ν’ ακτινοβολεί από κάτω.
Το πόδι του άγγιξε το έδαφος, διακόπτοντας την πορεία του. Σταμάτησε και άνοιξε τα μάτια του. Στάθηκε ακίνητος.
Στην ανοιχτή κοιλάδα, πέρα χαμηλά, στο πρώτο φως της μέρας, έβλεπε μια πόλη. Αλλά δεν ήταν πόλη. Οι πόλεις δεν είναι έτσι. Ανέβαλε τη σκέψη του εφικτού πάλι για λίγο, ώστε να μη γυρέψει απαντήσεις κι εξηγήσεις, μόνο να δει.
Μικρά σπίτια κρέμονταν απ’ τις πλαγιές του λόφου μπροστά του ως κάτω τους πρόποδες. Ήξερε ότι οι πλαγιές είχαν μείνει ανέγγιχτες και τίποτα τεχνητό δεν είχε μεταβάλλει τη φυσική ομορφιά του επικλινούς εδάφους. Ωστόσο, κάποια δύναμη γνώριζε πώς να χτίσει σε αυτές τις πλαγιές με τέτοιον τρόπο, ώστε τα σπίτια να είναι φυσική συνέχεια και κανείς να μην μπορεί πια να φανταστεί τους λόφους τόσο όμορφους χωρίς αυτά. Λες κι οι αιώνες κι όλα τα τυχαία γεγονότα που έφτιαξαν αυτές τις πλαγιές με το μόχθο των μεγάλων τυφλών δυνάμεων να περίμεναν την τελική τους έκφραση, να ήταν απλώς ένας δρόμος ως το σκοπό – και ο σκοπός ήταν αυτά τα κτίρια, μέρος των λόφων, σχηματισμένα από τους λόφους, που όμως τους κυρίευαν δίνοντάς τους νόημα.
Τα σπίτια ήταν φτιαγμένα από καθαρή πέτρα – όπως οι βράχοι που προεξείχαν από τις πράσινες λοφοπλαγιές – και από γυαλί. Μεγάλα τζάμια προσκαλούσαν τον ήλιο να ολοκληρώσει την κατασκευή, κάνοντας το φως του ήλιου μέρος της οικοδομής. Τα σπίτια ήταν πολλά, ήταν μικρά, απομακρυσμένα το ένα από το άλλο κι ούτε δυο από αυτά δεν ήταν όμοια. Μα ήταν παραλλαγές ενός θέματος, σαν συμφωνία που παιζόταν από μια ανεξάντλητη φαντασία. Και μπορούσες ακόμα ν’ ακούσεις ανάμεσά τους το γέλιο από τη δύναμη που είχε απελευθερωθεί, μια δύναμη που είχε τρέξει και είχε καλπάσει και είχε προσπαθήσει να ξοδευτεί, αλλά δεν είχε φτάσει την κορύφωσή της. Η μουσική, σκέφτηκε, η υπόσχεση της μουσικής που είχε επικαλεστεί, η αίσθησή της στην πραγματικότητα – να την εδώ μπρος στα μάτια του. Δεν την έβλεπε – την άκουγε σε συγχορδίες – σκεφτόταν ότι υπήρχε μια κοινή γλώσσα ανάμεσα στη σκέψη, τη θέαση και τον ήχο – ήταν τα μαθηματικά; – η πειθαρχία της λογικής – η μουσική ήταν μαθηματικά – και η αρχιτεκτονική ήταν μουσική με την πέτρα – ήξερε ότι ήταν ζαλισμένος γιατί αυτός εδώ ο τόπος εμπρός του δεν μπορούσε να είναι αληθινός.
Έβλεπε δέντρα, πρασιές, δρομάκια ν’ ανηφορίζουν τυλίγοντας τις λοφοπλαγιές, πλακόστρωτα σκαλοπάτια, σιντριβάνια, πισίνες, γήπεδα τένις – κι ούτε ένα σημάδι ζωής. Ο τόπος ήταν ακατοίκητος.
Αυτό δεν τον ξάφνιαζε, όχι όσο τον ξάφνιαζε η θέα. Κατά κάποιον τρόπο, έτσι ήταν το σωστό: αυτό δεν ήταν μέρος του γνωστού κόσμου. Και για την ώρα δεν είχε καμιά λαχτάρα να μάθει τι ήταν.
Αρκετή ώρα αργότερα κοίταξε γύρω του – και τότε είδε ότι δεν ήταν μόνος του. Λίγα βήματα πιο πέρα ένας άντρας καθόταν πάνω σε μια στρογγυλή πέτρα και κοιτούσε κάτω την κοιλάδα. Ο άντρας φαινόταν απορροφημένος από τη θέα και δεν άκουσε ότι τον πλησίαζε. Ήταν ψηλός και αδύνατος με μαλλιά πορτοκαλί.
Το αγόρι κατευθύνθηκε προς τον άντρα κι όταν εκείνος σήκωσε τα μάτια του, μάτια γκρίζα και ήρεμα, ήξερε ότι ένιωθε το ίδιο πράγμα και ότι θα του μιλούσε όπως ποτέ πουθενά αλλού δεν θα μιλούσε σ’ έναν ξένο.
“Δεν είναι αληθινό, έτσι;” ρώτησε δείχνοντας κάτω.
“Ε, ναι, τώρα είναι” απάντησε ο άντρας.
“Και δεν είναι σκηνικό για ταινία ή κάποιο άλλο παρόμοιο κόλπο;”
“Όχι. Είναι καλοκαιρινό θέρετρο. Μόλις ολοκληρώθηκε. Θ’ ανοίξει σε λίγες εβδομάδες.”
“Ποιος το έχτισε;”
“Εγώ.”
“Πώς σε λένε;”
“Χόουαρντ Ρόαρκ”
“Σ’ ευχαριστώ,” είπε το αγόρι. Ήξερε ότι τα στέρεα μάτια που τον κοίταζαν καταλάβαιναν κάθε τι που αυτές οι δυο λέξεις σκέπαζαν. Ο Χόουαρντ Ρόαρκ έκλινε το κεφάλι του σε επιβεβαίωση.
Με το ποδήλατο πλάι του, το αγόρι κατηφόρισε το στενό μονοπάτι απ’ την πλαγιά του λόφου προς την κοιλάδα και τα σπίτια. Ο Ρόαρκ τον κοιτούσε. Δεν τον είχε δει ποτέ πριν ούτε θα τον έβλεπε ξανά. Δεν ήξερε ότι είχε δώσει σε κάποιον το κουράγιο ν’ αντιμετωπίσει τη ζωή.








%d bloggers like this: