αγάπη

13 01 2016

άφθαρτη φλόγα
διαρρηγνύει την ύλη
ελευθερία

“flying blue” phot@rt by Aeglie





απέραντη ξένη μητρική χώρα

19 08 2015

το μυστικο της 3ης

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ
ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

Ανδρέας Ξενικάκης

ΕΚΔΟΤΗς
«Το Χαμόγελο Του Παιδιού»

Αυτή δεν είναι μια καθημερινή ιστορία. Ούτε ασυνήθιστη, ωστόσο. Με τον απλό και καθημερινό λόγο, που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να μας την αφηγηθεί, αναδεικνύεται η δύναμή της.
Η Ελένη ενηλικιώνεται και αποφασίζει ν’ αναζητήσει τη βιολογική της μητέρα, γιατί νιώθει απεγνωσμένη την ανάγκη ‘’… να ελευθερώσει τον εαυτό της από την αβάσταχτη πίκρα της εγκατάλειψης…’’
Για να συναντήσει τη βιολογική της μητέρα, η Ελένη πρέπει να ταξιδέψει στη μακρινή Κίνα – και εκεί να την αναζητήσει. Είναι μόλις δέκα οχτώ χρονών. Πρόθυμα δέχεται τη βοήθεια οικογενειακών φίλων και τη συντροφιά της καλύτερής της φίλης στο μακρύ ταξίδι. Το πιο σημαντικό, φέρει στην καρδιά της την αγάπη που γενναιόδωρα έχει απολαύσει από τους θετούς γονείς της και στο νου της τη συμβουλή της πολυαγαπημένης θετής γιαγιάς: …«Όταν βελτιώνεις τις ζωές των άλλων βελτιώνεις και τη δική σου. Η ζωή σου γίνεται πιο πλούσια.»…
Κατά τη διαδικασία της αναζήτησης, στην απέραντη ξένη μητρική χώρα, η Ελένη βλέπει τη φωτογραφία της μητέρας της σ’ ένα συγγενικό σπίτι. ‘’… η Ελένη ένιωσε να λυτρώνεται, χωρίς να καταλαβαίνει από τι ακριβώς. Της φάνηκε πως κατά κάποιο τρόπο, ενώθηκε με το παρελθόν της μέσα από τη φωτογραφία…’’
Ταξιδεύοντας με διάφορα μέσα, από τη μια πόλη στο άλλο χωριό, ακολουθώντας τις πληροφορίες που έπαιρνε σε κάθε σταθμό, η Ελένη κατέληξε στον τελευταίο σταθμό ζωής της βιολογικής μητέρας της. Εκεί την περίμενε: ‘’… ένα φύλο χαρτί, με σκόρπια ιδεογράμματα πάνω του … ένα βάζο από πορσελάνη … «Εδώ τους νεκρούς τους καίνε» μουρμούρισε ο Παντελής …’’
‘’… Τότε της φάνηκε πως σιώπησε το αεράκι και σταμάτησε εντελώς η βροχή …’’





θεμέλιος νόμος

21 10 2013

“a rose reaches sky” phot@rt by Aeglie

η αγάπη είναι άφθαρτη





ένα τείχος μες στην πόλη

25 04 2013
"love wall" phot@art by Aeglie

“love wall” phot@art by Aeglie

οι τοίχοι τώρα πια δε μας χωρίζουν





η ζωγραφιά στη σανίδα

15 03 2010

Έξω, στις όχθες του κόσμου, ζούσαν. Λίγο ψηλότερα απ’ τον ποταμό, που πήγαινε το νερό στην πόλη. Έβλεπαν από μακριά τη θάλασσα ν’ ανυπομονεί για το καλοκαίρι. Τα σπίτια τους κρεμασμένα μες στον αρχαίο ελαιώνα. Παιδιά. Τα δέντρα λύγιζαν τα κλαδιά τους και τ’ ανέβαζαν καθένα στο δικό του. Ξύλινα, ελαφρά, μικρά. Ένα στρώμα, μια κουβέρτα, τετράδια.
Κουρασμένα απ’ το παιχνίδι στο ποτάμι όλη τη μέρα, σκαρφάλωναν τα όνειρά τους το βραδάκι, με χρωματιστά μολύβια στις λευκές σελίδες. Μαζεύονταν να κουρνιάσουν τα πουλιά, με τρελούς κελαηδισμούς. Και πριν ησυχάσουν εκείνα, έπιαναν το τραγούδι τα παιδιά. Σε λίγο και τ’ αστέρια. Όλα τα παιδιά έβλεπαν τ’ αστέρια. Μόνο δυο άκουγαν το τραγούδι τους. Συνέχιζαν να το σφυρίζουν σιγανά καθώς κοιμόνταν τα μικρότερα. Ύστερα, γλιστρούσαν αθόρυβα απ’ τα δέντρα τους και συναντιόνταν στο πλάτωμα στην όχθη. Ξάπλωναν πλάι σιωπηλά και κοίταζαν τ’ αστέρια ως να τα σβήσει η αυγή.
Εκείνη τη νύχτα είπε: “Δες, όλ’ αυτά τ’ αστέρια τραγουδούν την αγάπη μας, απόψε.” Τότε σηκώθηκαν, ανέβηκαν τη σανίδα, κατέβηκαν το ποτάμι, βγήκαν στη θάλασσα, συνέχισαν στ’ ανοιχτά, έφτασαν στο νησί.
Δε φαινόταν, στην τρυφερή φθινοπωρινή ομίχλη, αλλά η σανίδα τους ήξερε πού τα πήγαινε. Είχαν ονειρευτεί το νησί, που στο σώμα του θα έσμιγαν. Το είχαν ζωγραφίσει στα τετράδιά τους. Αργότερα, κάποια νύχτα, το είχαν ζωγραφίσει μαζί στο κορμί της σανίδας.





χρωματιστές αγκαλιές

11 12 2009

Κοιτάζω την αγάπη. Κυλάει απ’ τα μάτια των παιδιών κι όλα τα τυλίγει μες στο νέφος της. Είναι διάφανη, γεμάτη σκόρπιες αχνές χρωματιστές ζωγραφιές.
Εκείνο το χλωμό παιδί, στην άκρη της αυλής, απλώνει το σύννεφο της αγάπης του πολύ μακριά – πέρα απ’ ό,τι φαίνεται. Κι έτσι καταφέρνει να βλέπει πίσω απ’ τους τοίχους και να μιλάει, μέσα στην καρδιά του στη σιωπή, με άλλα παιδιά και άλλα παιχνίδια που δεν το γνώρισαν ακόμα. Εκείνα ακούν τα λόγια του σαν να ‘ταν οι δικές τους σκέψεις. Και δεν του απαντούν. Γι’ αυτό το χλωμιάζει η μοναξιά.
Ωστόσο, αγαπά πολύ τα χρώματα. Έχει χρωματίσει την αγάπη του με λίγο απ’ το χρώμα του ήλιου. Πολύ λίγο, πολύ απαλό, έτσι δα μόνο να την ξεχωρίζουν εκείνοι που ατενίζουν από μακριά τ’ αόρατα. Και επειδή αγαπά πολύ τα χρώματα. Και διαρκώς τη γεμίζει ζωγραφιστές αγκαλιές απ’ το χρώμα της σελήνης κι απ’ τα χρώματα όλων των άστρων. Ο ήλιος, η σελήνη και τ’ άστρα του δίνουν πάντα γενναιόδωρα από τα χρώματά τους. Μα εκείνο δεν παίρνει πολύ. Αντίθετα, πολύ λίγο. Μόνο όσο του είναι απολύτως απαραίτητο. Όσο χρειάζεται για να ξεχωρίζει τις αγκαλιές που στέλνει σε κάθε τι. Γιατί τα πράγματα και τα πλάσματα ξαφνιάζονται δυσάρεστα με τις αγκαλιές. Και δε θέλει να τα δει να δυσανασχετούν πάλι με μια άγνωστη, αόρατη αγκαλιά – τώρα που μόλις εξοικειώθηκαν με τις δικές του και τις καλοδέχονται.





σήμερα βροχή

17 10 2009

Βρέχει απ’ το πρωί, σιγανά. Κάποτε, μόλις δυνατότερα. Κάθομαι στο μπαλκόνι κι έχει λίγη ψύχρα. Κοιτάζω το σμάρι τις υγρές κλωστές που κατεβαίνουν και σμίγουν κι υφαίνουν το διάφανο, υδάτινο κάλυμμα του δρόμου. Στιγμιαία, βλέπω να ξετυλίγονται χρώματα απ’ το νήμα τ’ ουρανού. Θα μου δείξει η βροχή το αόρατο σώμα της, σήμερα. Αλλ’ αυτό ήταν όλο. Για μια στιγμή. Όχι πάλι. Έτσι, για μια τόση δα στιγμή και είναι αρκετό. Είναι αρκετό για να σου πει ότι, ναι, αυτό που γνωρίζεις υπάρχει κι όταν δεν το βλέπεις. Υπάρχει η αγάπη και βρέχει απ’ τους ουρανούς διάφανη, αόρατη στα ατελή μας μάτια και αιθέρια – και μας λούζει.
Το διπλανό διαμέρισμα συγυρίζεται. Μ’ ενοχλεί. Όχι ο θόρυβος, ο βίαιος θόρυβος, που παρεμβάλει τον κελαρυσμό. Μ’ ενοχλεί γιατί μου θυμίζει ότι έχω κι εγώ δουλειές και τις έχω παραμελήσει. Κοιτάζω μέσα το σπίτι. Τ’ απομεινάρια του πρωινού στο τραπέζι. Πόσο όμορφο είναι το τραπέζι στρωμένο για φαγητό. Και πόσο άσχημο γίνεται σε λίγο, αφού σηκωθούμε χορτασμένοι.
Δυο παιδικές ομπρέλες κυνηγιούνται στο δρόμο. Και μια ενήλικη τρέχει ξοπίσω τους. Στη διασταύρωση, στέκονται οι μικρές, η μεγάλη τις προφταίνει και τις παίρνει απ’ το χέρι.
Η βροχή κάνει διάλειμμα κι εγώ μπαίνω με φούρια κι ενοχές να βάλω τάξη σ’ αυτό το σπίτι που με ξέρει. Η βροχή ξαναπιάνει το κατρακυλητό της. Βιάζομαι να τελειώσω το ξέβγαλμα στο νεροχύτη και να βγω πάλι να καθίσω ήσυχα στο μπαλκόνι, να κρυώνω λίγο, ίσα που να θέλω κάτι στους ώμους, το χέρι σου στους ώμους μου – και να βλέπω και ν’ ακούω να βρέχει.
Τυλίγω τα χέρια μου αγκαλιά μπροστά στο στήθος, τρεμουλιάζω λίγο, κλείνω τα μάτια και ρουφάω τον κελαηδισμό της βροχής. Τώρα πιο δυνατός. Πίσω απ’ το ρυθμικό χτύπημα του νερού, κάτω στο δρόμο, πάνω στις στέγες, στις τέντες, στ’ αυτοκίνητα, μες στις αυλές, κυλάνε λέξεις. Είναι άγνωστοι οι ήχοι τους, αλλά είναι οι γνώριμες, καθημερινές μας λέξεις. Και φράσεις. Ολόκληρες φράσεις. Η βροχή λέει μια ιστορία. Πολλές ιστορίες. Διαδρομές. Ναι, ιστορεί διαδρομές. Αφηγείται τα ταξίδια του νερού. Το νερό, που τώρα βρέχει, λέει η βροχή, έχει ταξιδέψει μέσ’ απ’ όλα τα στοιχεία της φύσης, γιατί όλα διψούν. Και μόλις φτάσει στο τέρμα δε θα σταθεί ούτε γι’ ανάσα, πάλι θα πάρει το δρόμο απ’ την αρχή, γιατί ίσα που θα τα προλάβει να μη μαραθούν.
Έτσι τα λέει η βροχή, όχι ακριβώς, λίγο σαν τραγουδιστά, δεν ξέρω. Δεν ξέρω πώς ξαφνικά ακούω τη φωνή σου, πότε χτύπησε το τηλέφωνο και σηκώθηκα και πήγα και το σήκωσα κι απάντησα.
‘θ’ αργήσεις κι αν θέλω, που τόσο μου αρέσει να οδηγώ στη βροχή, να ‘ρθω να σε πάρω και να πάμε έξω για φαγητό, ναι, εκεί πλάι στη θάλασσα, θα τηλεφωνήσεις για ένα τραπέζι στη σκεπαστή αυλή και το σπίτι θα το συγυρίσουμε αύριο μαζί’
Αφήνω το αυτοκίνητο να κυλήσει αργά έξω κι ακούω την ιστορία της βροχής στην οροφή του. Βγαίνω αργά στο δρόμο. Βγαίνω αργά, στους δρόμους. Μούσκεμα όλα. Έχουν πλυθεί καλά και τώρα λάμπουν. Έρχομαι κοντά σου σήμερα βροχή: νερό και αγάπη.








%d bloggers like this: