η μαγεία του τραγουδιού

27 04 2013
Μπουμ, μπουμ, μπουμ. Κάθε μπουμ και μια γροθιά στον αέρα. Ενώ τα χέρια του πριν δυο στιγμές κρατούσαν τις αλυσίδες της κούνιας. Και τινάζεται στο κάθισμά του. Και πηγαίνει ψηλά. Τα χοντρά ξύλα τρέμουν και τα καρφιά που τα δένουν τρίζουν.
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό στο μύλο
σ’ έχω κάνει τώρα φίλο
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
Είναι νωρίς. Λίγος κόσμος στην αυλή. Ένα μικρό παιδί στην τσουλήθρα. Κοντά, ο πατέρας και η φροντίδα του. Η ένταση στην κούνια μειώνεται. Το ένα χέρι πάλι στην αλυσίδα. Το άλλο χτυπά ακόμα τον αέρα. Και τα μπουμ πνίγονται μες στο στόμα.
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό στ’ αυλάκι
θα σου δώσω και φιλάκι
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
Ο μικρός, στον οποίο κρατάω συντροφιά αυτό το πρωινό, έχει έρθει απ’ τον πόλεμο. Την ίδια ώρα που εγώ ακούω τα  πουλιά, εκείνος ακούει πολυβολισμούς. Την ίδια ώρα που εγώ βλέπω ανθισμένα παρτέρια, εκείνος βλέπει γκρεμισμένα σπίτια.
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό στον κόσμο
μέντα, ρίγανη και δυόσμο
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
Έχω διαπιστώσει τη μαγεία αυτού του τραγουδιού και άλλοτε. Το αγαπούν τα παιδιά. Κάθομαι στο πεζούλι πίσω από τις κούνιες και σιγοτραγουδώ πάνω σ’ αυτό το σκοπό. Σε λίγα λεπτά, η κούνια έχει χαμηλώσει, ίσα που λικνίζεται.
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό στο δρόμο
και γιατρεύει κάθε πόνο
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
Η άλλη κούνια παραμένει άδεια. Κάθομαι πλάι στο επτάχρονο αγόρι. Απλώνω το χέρι μου. Δίνει το δικό του. Λικνιζόμαστε έτσι μαζί για λίγο. Παίζει το χέρι του μες στη χούφτα μου. Χαλαρώνω: μπορεί να θέλει να το πάρει. Όχι ακόμα.
τρέχει φεύγει πέφτει το νερό στη λίμνη
λευτεριά, γιορτή, ειρήνη
τρέχει τρέχει τρέχει το νερό
Σηκώνω το κεφάλι ψηλά, τα μάτια μου στον ήλιο. Τα κλείνω. Νιώθω τη ζεστασιά του στο πρόσωπό μου. Τη ζεστασιά του χεριού του μικρού αγοριού στο δικό μου χέρι. Γυρίζω σ’ εκείνον. Χαμογελάμε μαζί. Θέλεις να σε κουνήσω πάλι; Ναι.




η γυναίκα που μιλούσε με το φόβο

7 02 2011
listen to the blue sea

“and now listen to the blue sea” phot@rt by Aeglie

«Ένας πλάνης, αυτό είναι, ένας ζητιάνος,» έλεγε ήσυχα η γυναίκα που μιλούσε με το φόβο.

Την είχα συναντήσει το πρωί στην πόρτα του σχολείου. “Το νου σας μακριά από φόβο,” είπε στα παιδιά της και χαμογέλασε στην έκπληκτη όψη μου. Συστήθηκε και με προσκάλεσε σπίτι της το απόγευμα.

«Έρχεται στο κατώφλι του νου και ζητιανεύει τον οβολό του: την υποταγή μας.
«Έρχεται κρυμμένος μέσα σε παραινετικές συνταγές. “Πρόσεχε!” είναι η λέξη που αποτελεί το θεμελιώδες, παραπλανητικό συστατικό του.
«Έρχεται, μικρούλης κι ασθενικός, μια τόση δα σκιά – και θρέφεται με την αγωνία, την έγνοια, τον κόπο, τον πόνο, το μόχθο. Μέρα τη μέρα αυξάνει και διογκώνεται, επεκτείνεται κι εξαπλώνεται, καταλαμβάνει.»

Γέμισε τα ποτήρια δροσερή λεμονάδα.

«Τον φιλοξένησα πολύ καιρό. Είχε εγκατασταθεί για τα καλά στους χώρους μου. Ο αγαπημένος μου τόπος μαραινόταν μες στη σκοτεινιά του.
«Αίφνης, ένα πρωί, αποφάσισα να παραιτηθώ από τις σκοτούρες. Έμεινε νηστικός όλη τη μέρα. Το άλλο πρωί, ο νους μου είχε ξαστερώσει. Ωστόσο, τον φιλοξενούσα ακόμα. Πριν επιστρέψει στην ανυπαρξία, απ’ όπου είχε έρθει, προσπάθησε να παρακινήσει τον οίκτο μου. Μα είχα αποφασιστικά παραιτηθεί από τα βάσανα και δεν τα κατάφερε να με πείσει να τον λυπηθώ. Κίνησε, όμως, την περιέργειά μου. Ή, ίσως, ήθελα μόνο ν’ ακούσω μια καλή ιστορία – έτσι, για διασκέδαση.»

Έφερε ένα μπολ από την κουζίνα και το γέμισε βερίκοκα, από ένα δέντρο στην αυλή της φορτωμένο με χρυσαφένια, παχουλά, ζουμερά φρούτα.

«Δεν υπάρχει. Αυτή είναι η αλήθεια του: δεν υπάρχει. Μου το ομολόγησε ο ίδιος. Είναι μία πλάνη. Μια πλάνη που προκλήθηκε από ένα αρχαίο λάθος, αναπτύχθηκε μέσα σε κάποιο αρχαίο σκοτεινό κενό, πολύ παλιά, στην αρχή του κόσμου – και ρουφάει ζωή. Η ζωή αυτή του είναι άχρηστη, αφού δεν είναι δική του. Ούτε μπορεί να έχει δική του ζωή, αφού δεν έχει δημιουργηθεί. Για να διατηρείται απασχολημένος και να νιώθει χρήσιμος, είναι τα δικά του λόγια, αχρηστεύει τη ζωή των όντων. Η ανθρωπότητα διάγει το βίο της μέσα στην ατέλεια και την ασθένεια, γιατί οι άνθρωποι θρέφουν την πλάνη του φόβου.»

Άπλωσε το χέρι της στην ανθισμένη μηλιά, που μας φιλοξενούσε στη δροσιά της – και είπε, “εσύ, αγαπητή μου, σίγουρα ξέρεις τι θα ‘θελα τώρα πιο πολύ.” Σε λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου ένα κόκκινο, στρογγυλό, λαμπερό μήλο γέμισε τη χούφτα της.

«Αρκεί να τον αφήσεις νηστικό,» κατέληξε – και δάγκωσε το τραγανό φρούτο.

english version

συμμετοχή στην ημέρα υπέρ της απελευθέρωσης από το φόβο





χρωματιστές αγκαλιές

11 12 2009

Κοιτάζω την αγάπη. Κυλάει απ’ τα μάτια των παιδιών κι όλα τα τυλίγει μες στο νέφος της. Είναι διάφανη, γεμάτη σκόρπιες αχνές χρωματιστές ζωγραφιές.
Εκείνο το χλωμό παιδί, στην άκρη της αυλής, απλώνει το σύννεφο της αγάπης του πολύ μακριά – πέρα απ’ ό,τι φαίνεται. Κι έτσι καταφέρνει να βλέπει πίσω απ’ τους τοίχους και να μιλάει, μέσα στην καρδιά του στη σιωπή, με άλλα παιδιά και άλλα παιχνίδια που δεν το γνώρισαν ακόμα. Εκείνα ακούν τα λόγια του σαν να ‘ταν οι δικές τους σκέψεις. Και δεν του απαντούν. Γι’ αυτό το χλωμιάζει η μοναξιά.
Ωστόσο, αγαπά πολύ τα χρώματα. Έχει χρωματίσει την αγάπη του με λίγο απ’ το χρώμα του ήλιου. Πολύ λίγο, πολύ απαλό, έτσι δα μόνο να την ξεχωρίζουν εκείνοι που ατενίζουν από μακριά τ’ αόρατα. Και επειδή αγαπά πολύ τα χρώματα. Και διαρκώς τη γεμίζει ζωγραφιστές αγκαλιές απ’ το χρώμα της σελήνης κι απ’ τα χρώματα όλων των άστρων. Ο ήλιος, η σελήνη και τ’ άστρα του δίνουν πάντα γενναιόδωρα από τα χρώματά τους. Μα εκείνο δεν παίρνει πολύ. Αντίθετα, πολύ λίγο. Μόνο όσο του είναι απολύτως απαραίτητο. Όσο χρειάζεται για να ξεχωρίζει τις αγκαλιές που στέλνει σε κάθε τι. Γιατί τα πράγματα και τα πλάσματα ξαφνιάζονται δυσάρεστα με τις αγκαλιές. Και δε θέλει να τα δει να δυσανασχετούν πάλι με μια άγνωστη, αόρατη αγκαλιά – τώρα που μόλις εξοικειώθηκαν με τις δικές του και τις καλοδέχονται.





πατρίδα

6 10 2009

Οι σκιές κοιτάζουν την ανατολή
ενώ ο άνεμος έχει κοπάσει
την ώρα που βρέχεις την αυλή και
λάμπει το πλακόστρωτο
Το χώμα κρυμμένο κάτω απ’ τα φυτά
– γεμάτος ο κήπος σου –
ευωδιάζει,
ανακουφίζει τη δίψα του
Τα πράσινα φύλλα ελαφρύνονται
σαν φεύγει από πάνω τους
η σκόνη του μεσημεριού
Ακούω την ανάσα τους
να χορταίνει εσπερινό φως
Τα άνθη δυναμώνουν το χρώμα τους
κι αιχμαλωτίζουν τη ματιά μας
Στρώνεις το τραπέζι έξω
Τα χελιδόνια γυρίζουν στη φωλιά
κάτω απ’ τη στέγη της βεράντας








%d bloggers like this: