παιδί με τόπι

4 08 2015

Στην πρασιά της Σανταρόζα είναι καθισμένοι κι έχουν πλάι απλώσει τα ρούχα τους που βρήκαν τρόπο στ’ αφιλόξενα να πλύνουν

Ένα παιδί παίζει με τόπι:

Οφείλουμε να διαγράψουμε τον πόλεμο από τα αρχεία της συνειδητότητας ώστε η ανθρωπότητα να μην επαναλαμβάνει την υλοποίησή του

Οφείλουμε στη θέση του να μην αφήσουμε κενό παρά να εγγράψουμε με δύναμη και κίνηση και χρώματα την ειρήνη, την εφευρετική εργασία, την ευεργετική δημιουργία

Οφείλουμε να ορίσουμε από την αρχή: η ζωή είναι γιορτή





επέτειος

20 10 2014

Το να συγχωρείς είναι της σοφίας: είναι ειρήνη, ανοιχτή γαλάζια ακύμαντη πρωινή βαρκάδα
Το να ζητάς συγχώρεση είναι της γενναιότητας: είναι η μάχη του ήλιου που είσαι και παραδίνεσαι στην αγκαλιά μου νικητής





φεγγάρι του μεσημεριού

26 11 2012

Το φεγγάρι γεμίζει κι ανατέλλει μες στο μεσημέρι. Ένα λευκό μπαλόνι σκαρφαλώνει τον αίθριο ουρανό. Βαδίζω ψηλά πλάι στη θάλασσα, ανάμεσα στους ευκαλύπτους, τις μικρές ελιές, τα πεύκα. Κανείς όσο φαίνεται. Στέκομαι. Κανείς όσο ακούγεται. Και μόνο η ανάσα του ανέμου. Μένω ακίνητη κάτω απ’ αυτή τη σκιά. Πουλιά. Κι ένας ήσυχος κυματισμός. Κοιτάζω γύρω: τα νερά χρυσά κι ασημένιοι βράχοι.
Ψηλά, τα κάστρα. Άνθρωποι έχουν πολεμήσει εδώ σε άλλους καιρούς σαν κι αυτόν. Έχουν υψώσει σημαίες, έχουν κατεβάσει σημαίες. Έχουν ποτίσει το χώμα απ’ τις φλέβες ανθρώπων. Σκέφτομαι, τι έγραφε η Λητώ χτες: Είναι στη φύση των ανθρώπων; Μα, δεν μπορεί. Δεν μπορεί να είναι στη φύση των ανθρώπων να ζουν με τρόπο που δεν τους αρέσει. Δεν μπορεί να είναι στη φύση των ανθρώπων να βλάπτουν ο ένας τον άλλο, να σκοτώνονται. Άραγε, τότε, γιατί δεν καταφέρνουμε ν’ αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο παρά την τόση προσπάθεια και παρά τη μεγάλη επιθυμία;
Γυρίζω το πρόσωπό μου στο φεγγάρι του μεσημεριού: θέλω μι’ απάντηση τώρα, δεν μπορεί εσύ κάτι παραπάνω από κει πάνω θα ξέρεις, θέλω μι’ απάντηση: Γιατί δεν μπορούμε να πετύχουμε αυτό που τόσο λαχταράμε; Γιατί μόλις κάνουμε λίγα βήματα προόδου τα γκρεμίζουμε όλα – μ’ έναν πόλεμο, με μια οικονομική κρίση, και με τα δύο – κι αρχίζουμε πάλι από την αρχή; Γιατί δεν μπορούμε να εγκαταστήσουμε την ειρήνη και την ευημερία για όλον τον κόσμο; Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς φρουρούς και φρούρια; Γιατί δεν καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχουν άλλοι, ότι όλοι είμαστε εμείς;
Μάλλον πολλές ερωτήσεις για μιαν απάντηση, αποφασίζω. Και, μην ξέροντας να περιμένω, μην αντέχοντας πια την υπέροχη ησυχία, βάζω πάλι τον βηματισμό μου με ρυθμό ν’ ακούγεται πάνω στο χαλίκι. Στην τελευταία στροφή του δρόμου προβάλει ένας ήσυχος κόλπος που ανοίγει στη δύση μια μακριά αμμουδιά. Εκεί, στη μέση της θάλασσας που αγκαλιάζει, ένα νησί, ένα τόσο δα μικρό νησί ακατοίκητο, όσο ξέρω την ιστορία του τόπου.
Γιατί κατοικούμε πάνω στα ερείπια του κόσμου που καταστρέφουμε. Δεν έχουμε τολμήσει να καλλιεργήσουμε καινούργια χώματα, να χτίσουμε με καινούργια πέτρα, να σκεφτούμε καινούργιες σκέψεις. Δεν έχουμε οραματιστεί τον κόσμο αληθινά κι απ’ την αρχή καινούργιο κι αλλιώτικο. Έχουμε δώσει το δικαίωμα στην κρίση μας να ονομάζει εκείνο από το οποίο θέλει ν’ απαλλαγεί, μα δεν έχουμε δώσει όνομα σ’ εκείνο το οποίο θέλουμε να δημιουργήσουμε.





θάλασσα

8 11 2012
θαλασσα

“sea before us” phot@rt by Aeglie

Το μεσημέρι κρατά το καλοκαίρι αγκαλιά
Βαδίζω πλάι της ώρα πολλή και, τότε
Βουτώ το κορμί ζεστό στα δροσερά νερά της
Απλώνει πάντα ολόγυρα το μπλε για μένα
Ανακουφίζει τη φωτιά που καίω μέσα μου
Ακυρώνει τη βαρύτητα στην οποία έχω αγκιστρωθεί
για να χαράσσω τα ίχνη του βηματισμού
στο έδαφος που ντύθηκε προς πλάνη ο πλανήτης
και κρύβει τη φωτιά που καίει μέσα του
Αντιστέκομαι με βία κάθε τόσο στην άνωση
και στην ελαφρύτητα της εγκατάλειψης
Βυθίζομαι ν’ απαγκιάσω απ’ τον κυματισμό
Ανοίγω τα μάτια θολά στο βυθό, το νου διαυγή
στην ειρήνη που εντός μου προστατεύω
Ανεβαίνω με τις χούφτες σφιχτές άμμο βρεγμένη
Αφήνω τον αφρό να την πάρει ξανά
μες απ’ τα δάχτυλά μου
Ο ίδιος άργιλος σχηματίζει τα χέρια μου





ατελής αγωνία

6 12 2010
littlie robin

“little robin” phot@rt by Aeglie

Η εξοχή ησυχάζει, τυλιγμένη μέσα στην πρωινή ειρήνη, κρυμμένη μέσα σε μιαν αραιή υγρή πάχνη
Μόνο ένας κοκκινολαίμης ακούγεται και λίγες μέλισσες καθώς τρυγούν τ’ άνθη που ξεγέλασε ο ζεστός χειμώνας
Τραγουδούν κι οι πεταλούδες και τα ακίνητα φύλλα στις μικρές πορτοκαλιές, αλλά η ακοή του ανθρώπου είναι ατελής
Βαριές οι μικρές πορτοκαλιές, γεμάτες καρπό, με υπομονή περιμένουν τον άνθρωπο
Εκείνος δραπετεύει στην πόλη, να ξοδέψει την αγωνία του – ξοδεύεται μαζί της
Στην άκρη του δρόμου, το απόγευμα, θυμάται ότι έχει αφήσει τις μικρές πορτοκαλιές να μεγαλώνουν μόνες τους

english version








%d bloggers like this: