ον ή προϊόν;

24 05 2011

Σχολιάζοντας ένα κείμενο στο people and ideas, πριν λίγες μέρες, σημείωσα ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον που ζει σαν προϊόν.
Η φράση έτρεξε γρήγορα από το μυαλό στα δάχτυλά μου και, σε πρώτη ανάγνωση, έμοιαζε ένα παιχνίδι των λέξεων. Και, όπως μόνο το παιχνίδι ξέρει να κάνει, αυτές οι λέξεις με οδήγησαν να παρατηρήσω τα πράγματα με άλλη ματιά.
Πράγματι, ο άνθρωπος καταναλώνεται στην καθημερινή του ζωή. Καταναλώνει τον εαυτό του, όπως τα προϊόντα που παράγει προς κατανάλωση. Άραγε, προς κατανάλωση αναπαράγεται ο ίδιος;
Καταναλώνεται, ξοδεύοντας με παθιασμένο ζήλο το μόνο δώρο που μπορεί ν’ απολαύσει: το χρόνο που του έχει δοθεί. Το χρόνο που του είναι πολύτιμος, που ποτέ δεν του περισσεύει και που πάντα ψάχνει τρόπους να τον επιμηκύνει.
Αγωνιά για το πώς θα καταναλώσει το χρόνο του: «τι κάνουμε τώρα;» «τι θα κάνουμε το βράδυ;» «που θα πάμε το σαββατοκύριακο;» Τρέχει πίσω από το χρόνο του. Κυνηγά ως θηρευτής το χρόνο του να τον σκοτώσει. Ή, έστω, να τον αιχμαλωτίσει επιτέλους αυτόν τον ελεύθερο χρόνο του.
Καταναλώνει χρόνο για να κερδίσει χρήματα. Καταναλώνει χρήμα για να κερδίσει αγαθά. Καταναλώνει αγαθά για να κερδίσει χρόνο. Μοιάζει μάταιο. Αλλά είναι;





κάστανα και πορτοκάλι

29 11 2010
wet reflection

“wet reflection” phot@rt by Aeglie

Διάφανο απόγευμα στην άκρη του καιρού

Βγαίνουμε απ’ τη θάλασσα και κρατάμε την αλμύρα επάνω μας

Η νύχτα φτάνει νωρίς

Ο χειμώνας δεν έρχεται

Φέρνεις τα ξύλα

Απόψε θ’ ανάψει στο σπίτι η πρώτη φωτιά

Παράθυρα ανοιχτά

Το κρύο δεν είναι επικίνδυνο, λες, ο φόβος είναι ο κίνδυνος

Ψήνεις τα κάστανα και βγαίνεις να τ’ αφήσεις στα παιδιά

Τα παιδιά είναι πάντα εκεί στην ώρα τους χωρίς ίχνος παρουσίας

Όλη τη μέρα αδέσποτα

Το βράδυ σκαρφαλώνουν αθόρυβα τα δέντρα στο μικρό μας πάρκο

Δε φοβούνται τις σκιές

Μένουν σιωπηλά για ν’ ακούν τους ψιθύρους που σεργιανίζουν το έδαφος

Δεν έχουν φάει τίποτα

Ούτε πεινούν

Τρώνε τα κάστανα σαν να ήταν μέρος ενός παιχνιδιού

Επιστρέφεις

Μοιραζόμαστε ένα πορτοκάλι

Ας μην κρυβόμαστε απ’ το φως της νύχτας, λες – και πλαγιάζεις πλάι μου

Τα παιδιά αγρυπνούν: είναι μέρος του παιχνιδιού

Κι όταν σιγουρευτούν ότι μας πήρε ο ύπνος πλησιάζουν

Το πρωί τα βρίσκουμε να ευλογούν τα όνειρά τους γύρω απ’ τη σβησμένη πια φωτιά της νύχτας μας

Μάταια φοβόμαστε να τα ξυπνήσουμε

Σηκώνονται και μας δίνουν το χέρι

Το βήμα μας μπαίνει στο αύριο

Και αυτό δεν είναι αναπόφευκτο





η ζωγραφιά στη σανίδα

15 03 2010

Έξω, στις όχθες του κόσμου, ζούσαν. Λίγο ψηλότερα απ’ τον ποταμό, που πήγαινε το νερό στην πόλη. Έβλεπαν από μακριά τη θάλασσα ν’ ανυπομονεί για το καλοκαίρι. Τα σπίτια τους κρεμασμένα μες στον αρχαίο ελαιώνα. Παιδιά. Τα δέντρα λύγιζαν τα κλαδιά τους και τ’ ανέβαζαν καθένα στο δικό του. Ξύλινα, ελαφρά, μικρά. Ένα στρώμα, μια κουβέρτα, τετράδια.
Κουρασμένα απ’ το παιχνίδι στο ποτάμι όλη τη μέρα, σκαρφάλωναν τα όνειρά τους το βραδάκι, με χρωματιστά μολύβια στις λευκές σελίδες. Μαζεύονταν να κουρνιάσουν τα πουλιά, με τρελούς κελαηδισμούς. Και πριν ησυχάσουν εκείνα, έπιαναν το τραγούδι τα παιδιά. Σε λίγο και τ’ αστέρια. Όλα τα παιδιά έβλεπαν τ’ αστέρια. Μόνο δυο άκουγαν το τραγούδι τους. Συνέχιζαν να το σφυρίζουν σιγανά καθώς κοιμόνταν τα μικρότερα. Ύστερα, γλιστρούσαν αθόρυβα απ’ τα δέντρα τους και συναντιόνταν στο πλάτωμα στην όχθη. Ξάπλωναν πλάι σιωπηλά και κοίταζαν τ’ αστέρια ως να τα σβήσει η αυγή.
Εκείνη τη νύχτα είπε: “Δες, όλ’ αυτά τ’ αστέρια τραγουδούν την αγάπη μας, απόψε.” Τότε σηκώθηκαν, ανέβηκαν τη σανίδα, κατέβηκαν το ποτάμι, βγήκαν στη θάλασσα, συνέχισαν στ’ ανοιχτά, έφτασαν στο νησί.
Δε φαινόταν, στην τρυφερή φθινοπωρινή ομίχλη, αλλά η σανίδα τους ήξερε πού τα πήγαινε. Είχαν ονειρευτεί το νησί, που στο σώμα του θα έσμιγαν. Το είχαν ζωγραφίσει στα τετράδιά τους. Αργότερα, κάποια νύχτα, το είχαν ζωγραφίσει μαζί στο κορμί της σανίδας.





χρωματιστές αγκαλιές

11 12 2009

Κοιτάζω την αγάπη. Κυλάει απ’ τα μάτια των παιδιών κι όλα τα τυλίγει μες στο νέφος της. Είναι διάφανη, γεμάτη σκόρπιες αχνές χρωματιστές ζωγραφιές.
Εκείνο το χλωμό παιδί, στην άκρη της αυλής, απλώνει το σύννεφο της αγάπης του πολύ μακριά – πέρα απ’ ό,τι φαίνεται. Κι έτσι καταφέρνει να βλέπει πίσω απ’ τους τοίχους και να μιλάει, μέσα στην καρδιά του στη σιωπή, με άλλα παιδιά και άλλα παιχνίδια που δεν το γνώρισαν ακόμα. Εκείνα ακούν τα λόγια του σαν να ‘ταν οι δικές τους σκέψεις. Και δεν του απαντούν. Γι’ αυτό το χλωμιάζει η μοναξιά.
Ωστόσο, αγαπά πολύ τα χρώματα. Έχει χρωματίσει την αγάπη του με λίγο απ’ το χρώμα του ήλιου. Πολύ λίγο, πολύ απαλό, έτσι δα μόνο να την ξεχωρίζουν εκείνοι που ατενίζουν από μακριά τ’ αόρατα. Και επειδή αγαπά πολύ τα χρώματα. Και διαρκώς τη γεμίζει ζωγραφιστές αγκαλιές απ’ το χρώμα της σελήνης κι απ’ τα χρώματα όλων των άστρων. Ο ήλιος, η σελήνη και τ’ άστρα του δίνουν πάντα γενναιόδωρα από τα χρώματά τους. Μα εκείνο δεν παίρνει πολύ. Αντίθετα, πολύ λίγο. Μόνο όσο του είναι απολύτως απαραίτητο. Όσο χρειάζεται για να ξεχωρίζει τις αγκαλιές που στέλνει σε κάθε τι. Γιατί τα πράγματα και τα πλάσματα ξαφνιάζονται δυσάρεστα με τις αγκαλιές. Και δε θέλει να τα δει να δυσανασχετούν πάλι με μια άγνωστη, αόρατη αγκαλιά – τώρα που μόλις εξοικειώθηκαν με τις δικές του και τις καλοδέχονται.








%d bloggers like this: